«δέν γνωρίζω τί συμβαίνει μέ τούς Ἑλβετούς. Ἀλλά γιά τούς Ἕλληνες ἡ λέξι ἀδελφή δέν εἶναι καθόλου συμβατική, ἀλλά ἔχει αἰτιώδη σχέση μέ τό σημαινόμενο. Ἤδη χωρίς ἀμφιβολία γνωρίζουμε ὅτι εἶναι σύνθετη ἀπό τό ἀ- ἀθροιστικό (πβ. ἀ-κόλουθος, ἄ-λοχος κ.λπ.) καί δελφύς =μήτρα καί, ἐπομένως, ἀδελφή εἶναι αὐτή πού προέρχεται ἀπό τήν ἴδια μήτρα μέ κάποιον ἄλλο. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν νά συγκρίνεται ἡ «συμβατική» ἑλβετική [sic, όχι γαλλική!] λέξι soeur μέ τή «σημαντική» λέξι ἀδελφή. Καί γενικώτερα τά ὅσα ἰσχύουν γιά την Ἑλβετική [sic, όχι τη Γαλλική!], δέν εἶναι δυνατόν νά τά ἐπεκτείνουμε σέ μία γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλληνική […]. Ὑπάρχει αἰτιώδης σχέσι μέ τά δελφίς, -ῖνος (ὁ), δέλφαξ, -ακος (ἡ) = μικρός χοῖρος, Δελφοί κ.λπ.».
Μια πρώτη παρατήρηση για τα παραπάνω είναι ότι ο συγκεκριμένος φιλόλογος, ως μη ειδικός, δεν χρησιμοποιεί ακριβή ορολογία: κάνει λόγο για τη (συμβατική ή αιτιώδη) σχέση μιας λέξης με ένα σημαινόμενο (και, βέβαια, το θέμα δεν είναι τυπικό, αλλά oυσιαστικό. Όπως είχε ειπωθεί χαρακτηριστικά κάποτε, η ορολογία δεν υπάρχει για την ορολογία, αλλά γιατί αποτελεί έναν τρόπο να μιλάμε την ίδια γλώσσα, όταν αναφερόμαστε σε διάφορα επιστημονικά θέματα). Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υπάρχουν δύο ειδών σχέσεις: πρώτον, η εξωτερική σχέση δηλώσεως, που ενώνει συνολικά το γλωσσικό σημείο με το αντίστοιχο αντικείμενο αναφοράς, και, δεύτερον, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, που συνδέει τη σημασία με τη μορφή. Η πρώτη σχέση είναι πράγματι εν μέρει αιτιακή: για παράδειγμα, μια ονομασία μπορεί να συνδέεται αιτιωδώς με το δηλούμενο, εφόσον αποδίδει, π.χ., μία ιδιότητά του. Και στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η συμβατικότητα είναι μεγαλύτερη από την αιτιότητα, αφού το δηλούμενο έχει και άλλες ιδιότητες που δεν εκφράζονται στη συγκεκριμένη ονομασία. Επίσης, στη γλώσσα κατά κανόνα είναι αδύνατη η αναγωγή στη δημιουργία των «πρώτων ονομάτων» και η εξακρίβωση της τυχόν αιτιακής τους σχέσης με τα αντικείμενα αναφοράς× αυτή η αναγωγή συνεπάγεται πέρασμα στον χώρο της «γλωσσογονίας», στον οποίον δεν μπορεί να έχει πρόσβαση ένας επιστήμονας. Ποια η αιτιακή σχέση ονόματος- δηλουμένου σε χιλιάδες περιπτώσεις λέξεων; Τέλος, ακόμη κι αν η εξωτερική σχέση δηλώσεως γινόταν αποδεκτή ως αιτιώδης, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, αυτή που απασχολεί τον Saussure, είναι καθαρά συμβατική. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αιτία για την οποία η σημασία «μήτρα» στο αρχ. (ἡ) δελφύς δηλώθηκε με τα συγκεκριμένα φωνήματα και όχι με κάποια άλλα. Ας έλθουμε, όμως, ξανά στη σύνθετη λέξη αδελφή.
Στην πραγματικότητα και χωρίς, βεβαίως, να το υποψιάζεται, ο Απ. Τζ. δεν ανακαλύπτει κάτι καινούργιο με τα γραφόμενά του, αλλά θίγει ένα θέμα πολύ γνωστό στους ειδικούς γλωσσολόγους, τη λεγόμενη «σχετική αιτιότητα», που αφορά στην παραγωγή (λ.χ. αδελφ-ικός, αδελφ-άκι) και τη σύνθεση (λ.χ. συν-άδελφος, αν-άδελφος). Πιο συγκεκριμένα, υπήρχε παλαιότερα η εντύπωση ότι σε περιπτώσεις λέξεων που είναι οφθαλμοφανώς παράγωγες ή σύνθετες, η σχέση σημασίας και μορφής δεν είναι συμβατική, αλλά αιτιακή. Ωστόσο, η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου δεν καταρρίπτεται ούτε από τις περιπτώσεις παράγωγων και σύνθετων λέξεων ούτε από την ένταξη του σημείου σε ένα γλωσσικό σύστημα. Κατά τον Saussure (1979: 171- 173), ένα γλωσσικό σημείο μπορεί να θεωρηθεί σχετικά αιτιολογημένο, χωρίς όμως να χάσει πλήρως τον συμβατικό του χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η αρχ. λ. ἀδελφός «ομομήτριος», σύνθετη από το αθροιστικό ἀ «τὸ ὁμοῦ» και τον τ. *δέλφος που συνδέεται με το αρχ. (ἡ) δελφύς «μήτρα», εμφανίζει «σχετική αιτιότητα», εφόσον είναι γνωστά τα επιμέρους στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται ως προς τη σημασία και τη μορφή της. Αν εξεταστούν, όμως, τα δύο μέρη του σημείου αδελφός καθ’ εαυτά, θα διαπιστωθεί ότι παραμένουν συμβατικά ως προς τη σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος: δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία αιτιακή σχέση ανάμεσα στη σημασία «τὸ ὁμοῦ» του αθροιστικού α- και το συγκεκριμένο φώνημα /α/ με το οποίο δηλώνεται αυτή. Η εν λόγω σημασία θα μπορούσε να αντιπροσωπεύεται στην αρχαία Ελληνική από κάποιο άλλο φωνολογικό στοιχείο (λ.χ. το /ε/ ή το /ι/), ώστε να μιλάμε για το αθροιστικό ε- ή ι-. Ο τύπος θα μπορούσε δηλ. να μην έχει τη μορφή αδελφός, αλλά *εδελφός ή *ιδελφός. Ακόμη, ο δεσμός που ενώνει τη σημασία «μήτρα» και τα φωνήματα που την αντιπροσωπεύουν στο αρχ. δελφύς δεν είναι σε καμιά περίπτωση φυσικός. Η συγκεκριμένη σημασία θα μπορούσε να είχε δηλωθεί στην Αρχαία με άλλα φωνήματα, λ.χ. με το /μ/ αντί του αρχικού /δ/, με το /α/ αντί του /ε/ κ.λπ. Επίσης, η σύναψη παραδειγματικών, όπως λέγονται, σχέσεων του αρχ. αδελφός με ομόρριζα όπως (ὁ) δελφίς «το δελφίνι», (ἡ) δέλφαξ «μικρός χοίρος», Δελφοί κ.λπ., με σύνθετα όπως αδελφοποιτός, αδελφοκτόνος κ.λπ. και με παράγωγα όπως αδελφάκι, αδελφικός κ.λπ. επίσης δεν αναιρεί τη συμβατική σχέση των συστατικών του γλωσσικού σημείου για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Για παράδειγμα, η υποκοριστική κατάληξη -άκι στο αδελφ-άκι δεν συνδέεται αιτιακά με τη «σμίκρυνση», αφού η σημασία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να αντιπροσωπεύεται από κάποια άλλη φωνολογική δήλωση.
Και κάτι ακόμη, που αποτελεί απάντηση σε μια συγκριτική θεώρηση εκ μέρους του Τζαφερόπουλου των γλωσσών με βάση το «είδος» των λέξεων, «σημαντικών» ή «συμβατικών», που χαρακτηρίζουν το λεξιλόγιό τους: η Ελληνική δεν είναι η μοναδική γλώσσα που διαθέτει «σημαντικές» λέξεις έναντι των ξένων γλωσσών που τάχα έχουν μόνο «συμβατικές», κατά την ορολογία του φιλολόγου αυτού. Για παράδειγμα, στην Αγγλική, γλώσσα γερμανικής προελεύσεως, η λ. world «κόσμος» είναι σύνθετη από τα wer «άνθρωπος» και old «ηλικία, ζωή», δηλ., σε ένα πρώιμο στάδιο, world σήμαινε «age of man» [«η ζωή του ανθρώπου»] (βλ. DSS). Άρα, και το αρχαιοελληνικό κόσμος «order», «orderly arrangement» [«τάξη», «εύτακτη διευθέτηση»] (βλ. DSS) και το πρωτογερμανικό world «η ζωή του ανθρώπου» είναι «σημαντικές» λέξεις, για να χρησιμοποιήσουμε και εμείς την ίδια ορολογία.
Και τι σημαίνει άραγε ο ισχυρισμός ότι η Ελληνική είναι «γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη»;
Όπως φάνηκε ξεκάθαρα από τα προηγούμενα, τα επιχειρήματα που προέβαλε ο φιλόλογος Απόστολος Τζαφερόπουλος, ήδη πολύ γνωστά σε όσους ασχολούνται επιστημονικά με τη γλώσσα, δεν αναιρούν τον συμβατικό χαρακτήρα του σημείου ούτε αποδεικνύουν ότι τάχα η εν λόγω αρχή του Saussure ισχύει για άλλες γλώσσες, αλλά όχι για την Ελληνική. Τα προαναφερθέντα γλωσσολογικά διδάγματα δεν συντελούν σε καμία «απομυθοποίηση της γλώσσας μας». Η ιδιαιτερότητα της Ελληνικής έγκειται σε άλλους παράγοντες (βλ. το Α’, 2.11.) και όχι στην πέρα για πέρα αντιεπιστημονική αρχή ότι είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο που δεν εμφανίζει συμβατική, αλλά φυσική σχέση σημασίας- μορφής των λέξεων. Η δημαγωγία, που εδώ οφείλεται και σε ελλιπή γνώση του αντικειμένου, δεν αποτελεί δείγμα φιλοπατρίας ούτε τρόπο προβολής της ελληνικής γλώσσας. Επίσης, τα επιστημονικά διδάγματα που προαναφέρθηκαν είναι καθολικώς αποδεκτά στους κύκλους των επιστημόνων και δεν αποτελούν προσωπική υπόθεση αυτού ή εκείνου του γλωσσολόγου, ο οποίος με την αρθρογραφία του «πήρε το μέρος» δήθεν κάποιου ή έθιξε τάχα τον Πλάτωνα. Ακόμη, κανείς ποτέ δεν είπε ότι «οι σοφοί μας είναι άχρηστοι» και «για πέταμα», όπως και πάλι δημαγωγικά συμπεραίνει ο Απ. Τζ. στα πλαίσια επίδειξης δήθεν φιλοπατρίας. Αλήθεια, ο φιλόλογος αυτός γνωρίζει άραγε ότι τη συμβατική προέλευση της γλώσσας δεχόταν όχι μόνο ο Σέξτος Εμπειρικός, αλλά και ο ίδιος ο Αριστοτέλης; Κατά τον μεγάλο φιλόσοφο (Περί ερμηνείας, 2), η γλώσσα δημιουργήθηκε «κατά συνθήκην, ὅτι φύσει τῶν ὀνομάτων οὐδέν ἐστιν» [«κατά σύμβαση, αφού κανένα όνομα δεν έχει δημιουργηθεί με φυσικό τρόπο»] (βλ. και Robins 1989: 37, 65).
Τα προαναφερθέντα αποτελούν απάντηση και στον εκδότη της Ελληνικής Αγωγής Άδ. Γεωργιάδη, ο οποίος σε άρθρο του στην ομώνυμη εφημερίδα (φύλλο Νοεμβρίου 1999) εξίσου δημαγωγικά και «πατριωτικά» συμπεραίνει ότι οι προερχόμενες από την αρχαία και μεταγενέστερη Ελλάδα ετυμολογίες είναι «για πέταμα» και ανακριβώς αποδίδει σε συγκεκριμένο γλωσσολόγο θέσεις που δεν εξέφρασε αυτός πρώτος, αλλά αποτελούν κοινό τόπο για κάθε σοβαρό επιστήμονα της γλώσσας, γι’ αυτό και δεν έχουν καμία μα καμία «προσωπική διάσταση». Κανείς δεν είπε ότι όλες οι ετυμολογικές προσπάθειες των Ελλήνων μέχρι τον 19ο αι. είναι «για πέταμα». Ο αληθινός επιστήμονας, όμως, που δεν επηρεάζεται από δοξασίες όπως οι «αρχαιολάτρες» και άλλοι πιστοί διαφόρων θρησκειών, μπορεί να πει αντικειμενικά, θαρραλέα και έντιμα ότι οι περισσότερες από αυτές τις ετυμολογήσεις δεν είναι επιτυχημένες με αυστηρούς, σύγχρονους γλωσσολογικούς όρους, αλλά έχουν μόνο γενικότερη, φιλοσοφική αξία. Επίσης, κανείς δεν είπε ότι ένας συγκεκριμένος γλωσσολόγος είναι ο μόνος που έχει την αξιοπιστία, άρα και το δικαίωμα να μιλάει για ετυμολογικά θέματα στην Ελλάδα σήμερα. Τέτοια ανυπόστατα και στρεβλωτικά συμπεράσματα βγάζουν όμως οι ερασιτέχνες της γλωσσικής επιστήμης, αφού αδυνατούν να επικαλεσθούν βάσιμα επιχειρήματα, προκειμένου να αντικρούσουν τις κοινώς αποδεκτές θέσεις της γλωσσολογίας για το θέμα της ετυμολογίας.
Τα όσα σημειώσαμε για τη «σχετική αιτιότητα» δίνουν απάντηση και σε κάποιον υπάλληλο του Υπουργείου Πολιτισμού, τον Αδαμάντιο (Μάκη) Κρασανάκη (βλ. άλλες απόψεις του στο Α’ 2.6, Ε’ 1 και το Ε’ 2.), ο οποίος σε κείμενό του στο διαδίκτυο προσπαθεί να αναιρέσει τη συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου επικαλούμενος μεταξύ άλλων το παράδειγμα της σύνθετης λέξης ά-λογο «άνευ λογικής». Με αφορμή το άρθρο του φιλολόγου Απ. Τζ., έχουν δοθεί αναλυτικές απαντήσεις για το θέμα της συμβατικής σχέσης σημαινομένου-σημαίνοντος, ωστόσο θα γίνουν μερικές ακόμη παρατηρήσεις στο Α’ 2.6.